επισιτισμός

ο (AM ἐπισιτισμός) [επισιτίζω]
εφοδιασμός, προμήθεια τροφίμων («ο επισιτισμός τού στρατού»)
αρχ.
αποθήκευση τροφίμων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπισιτισμός — ἐπισῑτισμός , ἐπισιτισμός furnishing oneself with provisions masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επισιτισμός — ο 1. οεφοδιασμός με τρόφιμα, παροχή ή προμήθεια τροφίμων, τροφοδότηση. 2. η παρακαταθήκη τροφίμων, ο σιτισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διατροφή — I Η παροχή τροφής και μέσων συντήρησης· ο επισιτισμός πληθυσμών· το σύνολο των βιοτικών αναγκών. Η δ. αναφέρεται γενικά στο σύνολο των ουσιών που προσλαμβάνει ο οργανισμός με τη μορφή τροφής. Οι ουσίες αυτές, πέρα από το ότι παρέχουν τις… …   Dictionary of Greek

  • εφοδιασμός — ο (Α ἐφοδιασμός) [εφοδιάζω] παροχή εφοδίων, προμήθεια τών αναγκαίων σε κάποιον αρχ. γλωσσ. τού επισιτισμός …   Dictionary of Greek

  • νερό — Χημική ένωση με τύπο Η2Ο. Υπάρχει στη φύση σε μεγάλες ποσότητες, σε υγρή, στερεή και αέρια κατάσταση. Κάθε μόριό του αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα οξυγόνου Στην αρχαία ελληνική και στην καθαρεύουσα λέγεται ύδωρ. Το ν. είναι βασικός …   Dictionary of Greek

  • φασισμός — Ιταλικό πολιτικό κίνημα, που ιδρύθηκε στο Μιλάνο στις 23 Μαρτίου 1919 από τον Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος στηρίχτηκε σε αυτό για να καταλάβει την εξουσία και να επιβάλει στην Ιταλία ένα δικτατορικό καθεστώς από το 1922 έως το 1945. Η λέξη φ. (που …   Dictionary of Greek

  • Βούρτζης — Βυζαντινός οίκος, μέλη του οποίου διεκδίκησαν τον θρόνο της αυτοκρατορίας. 1. Μιχαήλ (τέλη 10ου – αρχές 11ου αι.). Στρατηγός κατά την εποχή των αυτοκρατόρων Νικηφόρου Φωκά (963 969) και Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου (976 1025). Επί Φωκά, του… …   Dictionary of Greek

  • ԹՈՇԱԿ — (ի, աց.) NBH 1 0818 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 6c, 8c, 10c, 12c գ. ԹՈՇԱԿ գրի եւ ԹՕՇԱԿ. պ. թուշէ, թուսէ՛ի ռահ. ἑφόδιον, ἑπισιτισμός commeatus, cibaria Պաշար. պարէն ճանապարհի. կերակուր ʼի պէտս ուղւոյ. խումանիա, ... *Տայր …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ՊԱՇԱՐ — (ի, աց, կամ ոյ, ոց.) NBH 2 0596 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 8c գ. ἑφόδιον viaticum ἑπισιτισμός cibaria. բայիւ ἑφοδιάζω ad iter sumo. Պաճարանք ուտելեաց՝ որպէս թոշակ ճանապարհի. կերակուր ʼի պէտս ուղեւորութեան, կամ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • διατροφή — η 1. η καθημερινή δίαιτα, το καθημερινό σύνολο τροφής: Η υγιεινή διατροφή εξασφαλίζει καλή υγεία. 2. ο επισιτισμός συνόλου ανθρώπων: Σε ορισμένους παιδικούς σταθμούς προσφέρεται καθημερινή διατροφή. 3. μηνιαίο χρηματικό ποσό που υποχρεώνεται από… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.